Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013



ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

 
του μπαρμπα-Γιάννη (Γιάννη Σκαρίμπα, 1893-1984) 



Το αγαπημένο μου, όποτε το διαβάζω ή το ακούω σκέφτομαι τη μαμάκα σας.
 




Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Μάλλον της λείπεις...


         
       Σήμερα περάσαμε άλλο ένα απόγευμα μαζί. Και φυσικά ήσουν μια γλύκα, για άλλη μια φορά. Σου έβαλα και έβλεπες παιδικό στον υπολογιστή στο διπλανό γραφείο και στο τέλος ο υπολογιστής "έγινε ροζ" και ακούγαμε τραγουδάκια Barbie (ποιος θα μου το 'λεγε!). Κατά τ' άλλα, ο μπαμπάς δεν πήγε με τον Γιώργο στο ωδείο για να δουλέψει!

        Το προηγούμενο "ραντεβού" μας ήταν πριν μία εβδομάδα, που η μαμά πήγε με τον Γιώργο στο ωδείο και εμείς μείναμε μαζί: παιδίατρο, βόλτα, σουτζουκάκια απο τη Διαγώνιο (ήταν η "ρουτίνα" μας μετά τον παιδίατρό σου, ακόμη και νεογέννητο!) και μετά γραφείο για παιδικό στον υπολογιστή και φαγητό μέχρι να σε πάρει η μαμά.

       Ok, θα στο πω και ας είσαι μικρή όταν τα διαβάζεις όλα αυτά, κι ας το "εκμεταλλευτείς": είμαι παλαβός για την πάρτη σου! Έχεις μεγαλώσεις και έχεις γίνει ένα υπέροχο κοριτσάκι! Τρελαίνομαι να είμαι μαζί σου, να μιλάς ακατάπαυστα, να ΖΗΤΑΣ πράγματα (και πολύ καλά κάνεις) και να κρατιέμαι να μη σου κάνω όλα τα χατίρια.
       Βέβαια, τα παίρνω ακόμη εύκολα όταν κάνεις "κατσικιές", όπως σου λέω (σαν κατσικάκι που είσαι), αλλά η ουσία είναι ότι είμαι σαν πρωτάρης: με κοιτάς και λιώνω, μου δίνεις λίγη σημασία και τρέχω σαν παλαβός από πίσω σου.
        
        Την προηγούμενη φορά λοιπόν, ήρθε η μαμά να σε πάρει από το γραφείο και εσύ δεν ήθελες να φύγεις, της φώναζες και νευρίασες. Μη νομίζεις, απλώς δεν είχε τελειώσει το παιδικό σου ακόμη!
         Αν και η αλήθεια είναι ότι η άρνησή σου να φύγεις είχε απόλυτη σχέση με το ότι θα άφηνες το παιδικό σου στη μέση, η μαμά μου έδωσε μια ωραία "εξήγηση", η οποία ήταν μάλλον ρομαντική: "Μάλλον της λείπεις", μου είπε και μέσα μου πολύ το ευχαριστήθηκα που (για λίγο) πίστεψα ότι μου έχεις αδυναμία, που η ηλίθια απουσία μου είναι εμφανής...

        Σου είπα, σαν πρωτάρης...